ἐχέτης

ἐχέτης
man of substance
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχέτης — ἐχέτης, ὁ (Α) αυτός που έχει, άνθρωπος με πολλά αγαθά, πλούσιος κτηματίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. εχ *τού έχω (I) + κατάλ. έτης (πρβλ. ευν έτης, οφειλ έτης)] …   Dictionary of Greek

  • ἐχέτου — ἐχέτης man of substance masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἠχέται — ἐχέται , ἐχέτης man of substance masc nom/voc pl ἐχέτᾱͅ , ἐχέτης man of substance masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέτας — ἐχέτᾱς , ἐχέτης man of substance masc acc pl ἐχέτᾱς , ἐχέτης man of substance masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έχης — ἔχης, ητος, ὁ [έχω] εχέτης, πλούσιος …   Dictionary of Greek

  • έχω — (I) (ΑΜ ἔχω) 1. κρατώ κάτι στα χέρια μου, είμαι ο κάτοχος (κύριος, ιδιοκτήτης) ενός πράγματος («έχει σπίτια και κτήματα») 2. (για προσωπική κράτηση) κρατώ, φυλάω («τόν έχουν μέσα» ή «τόν έχουν στη φυλακή») 3. (για δήλωση συγγενικού δεσμού ή άλλης …   Dictionary of Greek

  • 'χέτω — ἀχέτω , ἀχέτης masc gen sg (attic epic ionic) ἐχέτω , ἔχω check pres imperat act 3rd sg ἐχέτω , ἐχέτης man of substance masc gen sg (attic epic ionic) ἀ̱χέτω , ἠχέτης clear sounding masc gen sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέτην — ἔχω check imperf ind act 3rd dual (homeric ionic) ἐχέτης man of substance masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέτω — ἔχω check pres imperat act 3rd sg ἐχέτης man of substance masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.